Μυστήριο με τα οστά γυναίκας που βρέθηκαν στο Άγιο Όρος

αναρτήθηκε σε: Τα Νέα μας | 0

Την αρχική έκπληξη των επιστημόνων διαδέχθηκε μια μεγάλη έρευ­να και οι ειδικοί έχουν καταλήξει στο συ­μπέρασμα πως αν τελικά επιβεβαιωθούν -μέχρι στιγμής είναι πεπεισμένοι σε ποσο­στό πάνω από 90%- θα πρόκειται για τα οστά της Στάνας, τπς συζύγου ενός από τους κτήτορες της μονής, του Μπάρμπουλ ή Μπάρμπουλη, βλάχικης καταγωγής, ο οποί­ος μόνασε εκεί μαζί με τους τρεις γιους του.

Το ανέλπιστο εύρημα και τις πρώτες εκτιμήσεις παρουσιάστηκε  στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσ­σαλονίκης ο αρχιτέκτονας-αναστηλωτής του Κέντρου Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς (ΚΕΔΑΚ), Φαίδωνας Χατζηαντωνίου, και η αμερικανικής καταγωγής ανθρωπολόγος Λώρα Αντίκας-Γουίν.

Η ομιλία τους, που αναμένεται με ιδι­αίτερο ενδιαφέρον, γίνεται στο πλαίσιο του 4ου Διεθνούς Επιστημονικού Εργαστηρί­ου της Αγιορείτικης Εστίας, το οποίο κα­λύπτει τους τομείς της ιστορίας, της αρχαι­ολογίας, της τέχνης, της θεολογίας, της φιλολογίας, του δικαίου, των θεσμών, της αρχιτεκτονικής, αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος στην Αθωνική Πολιτεία.

«Από όσο γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που τοπίζονται γυναικεία οστά στο Αγιον Όρος. Η ανακάλυψη τους μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, αλλά έπειτα από πολλή μελέτη καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αν τελικά επιβεβαιωθεί πως είναι γυναικεία, ανήκουν στη Στάσα, τη σύζυγο του Μπάρμπουλ, και μεταφέρθηκαν εκεί έπειτα από ανακομιδή. Το ζευγάρι όπως και τα παιδιά τους μνημονεύονται ως κτήτορες από τη Μονή Παντοκράτορος» αποκαλύπτει στο Εθνος της Κυριακής ο Φ. Χατζηαντωνίου, προσθέτωντας πως όταν το 1983 πήγε για πρώτη φορά στο Περιβόλι της Παναγίας, ήταν γνωστή η ιστορία ενός μοναχού που πέθανε το 1978. Ο εν λόγω μοναχός γεννήθηκε στο Αγιον Ορος και δεν είχε βγει ποτέ εκτός, γεγονός που σημαίνει ότι η μητέρα του βρέθηκε εκεί έγκυος και γέννησε.

Τρία Θραύσματα

«Είναι γνωστό πως στο παρελθόν, όταν γίνονταν επιδρομές ή υπήρχαν επαναστάσεις, οι μοναχοί άνοιγαν τα σύνορα για να προστατευτεί ο ντόπιος πληθυσμός» αναφέρει χαρακτηριστικά. Η ανθρωπολόγος Λώρα Αντίκας-Γουίν, η οποία μαζί με τον σύζυγο της Θεόδωρο Αντίκα ήταν συνεργάτες του Μανώλη Ανδρόνικου στη μελέτη του σκελετικού υλικού των βασιλικών τάφων της Βεργίνας, ανέλαβε να ερευνήσει τα οργανικά στοιχεία που βρέθηκαν στο δάπεδο του νάρθηκα του παρεκκλησίου. «Υπάρχουν τρία θραύσματα οστών που μακροσκοπικά ανήκουν σε κνήμη γυναικείου ποδιού. Εχουν σταλεί στον “Δημόκριτο” για να μας απαντήσουν με βεβαιό­τητα ότι είναι πράγματι γυναικεία και στη συνέχεια με ραδιοχρονολόγηση άνθρακα 14 να δούμε σε ποια εποχή χρονολογού­νται, ενώ οι αναλύσεις ΟΝΑ θα πιστοποι­ήσουν το φύλο. Η Μονή Παντοκράτορας βοηθάει πάρα πολύ και θέλει να δοθούν απαντήσεις» λέει η Λ. Αντίκας-Γουίν, προσθέτοντας ότι έχουν επίσης βρεθεί επτά κάτω γνάθοι που ανήκουν σε ισάριθμους άντρες.

Τα αποτελέσματα αναμένονται σε περίπου τρεις μήνες, αλλά η ομάδα των ερευνητών συνεχίζει τη μελέτη του υλικού και όλες οι ενδείξεις συντείνουν στο ότι η γυναίκα, τα οστά της οποίας μεταφέρθηκαν εκεί, ήταν η Στάνα, η αγαπημένη σύζυγος του βλάχου Μπάρμπουλ, που ήταν μεταξύ των κτητόρων.

Σύμφωνα με τον κ. Χατζηαντωνίου, τα οστά ήταν θαμμένα στο δάπεδο του νάρ­θηκα και τοποθετήθηκαν εκεί πιθανόν τον 16ο αιώνα, οπότε έγινε μεγάλη επέκταση της Μονής Παντοκράτορας, που συνοδεύτήκε με εργασίες και στο παρεκκλήσι του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Εκείνες οι εργασίες έγιναν με χορηγίες εύπορων Ρουμάνων βλάχων.

Ενα δεύτερο σημαντικό στοιχείο της έρευνας δείχνει ότι τα άλλα οστά που βρέθηκαν δεν ανήκουν σε καλόγερους, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση θα φυλάσσονταν στο οστεοφυλάκιο της μονής. Αρα πρόκειται ενδεχομένως για κοσμικούς, ίσως κτήτορες, και η οικογένεια Μπάρμπουλη έχει τις περισσότερες πιθανότητες.

Οι ταφές βρέθηκαν στη δυτική πλευρά του παρεκκλησίου του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη. Το παρεκκλήσι είναι χτισμένο στπ νοτιοανατολική γωνία της μονής, σε έναν απόκρημνο βράχο, πάνω στη θαλασσα και ήταν ο κτητορικός κοιμητηριακός ναός της. Διασώζονται αρχιτεκτονικά μέλη της εποχής των Κομνηνών, ενώ και η αρχιτεκτονική τυπολογία του παραπέμπει στην ίδια εποχή.

Το σκαρίφημα με μολύβι ενός ιστιοφόρου του 16ου αιώνα, πάνω από την κεντρική είσοδο του ναού, στο παλαιό επίχρισμα της εσωτερικής παρειάς του δυτικού τοίχου του νάρθηκα, χρονολογεί στην ίδια εποχή το λιθόστρωτο δάπεδο του χώρου αυτού.