Η ομιλία του Στρατηγου Κολοκοτρώνη, περιτριγυρισμένος από τους μαθητές και από τον κόσμο στο βήμα της Πνύκας.

αναρτήθηκε σε: Τα Νέα μας | 0

Κολοκοτρώνης, η ομιλία

«Παιδιά μου

Στον τόπο αυτό που εγώ πατώ σήμερα, πατούσαν κι εδημηγορούσαν τον παλιό καιρό άνδρες σοφοί και άνδρες, με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ. Ούτε να φτάσω τα ίχνη τους. Εγώ επιθυμούσα να σας δω παιδιά μου. Εις τη μεγάλη δόξα των προπατόρων μας και έρχομαι να σας πω όσα τον καιρό του αγώνα μας αλλά και ύστερα απ’ αυτόν, παρατήρησα. Και απ’ αυτά να κάνουμε συμπεράσματα για την μέλλουσα ευτυχία σας, μολονότι ο Θεός μόνο ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον.

Και για τους παλιούς Έλληνες, που οι γνώσεις τους έχαιραν δόξας και τιμής στα άλλα έθνη στην εποχή τους. Τους ήρωες, τους στρατηγούς, τους πολιτικούς που είχαν και για τα οποία σας λένε κάθε μέρα οι δάσκαλοί σας.

Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέω μόνο πως ήταν σοφοί και από εδώ πήραν και δανείστηκαν τα άλλα έθνη την σοφία αυτών. Θα σας πω μόνο λίγα, όσα ξέρω, για τη θρησκεία τους.

Στον τόπο που κατοικούμε, κατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες. Από τους οποίους εμεί καταγόμεθα και λάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί είχαν διαφορές από εμάς γιατί προσκυνούσαν τις πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήρθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί επίστεψαν στο Ευαγγέλιό του και έπαψαν να λατρεύουν τα είδωλα.

Δεν πήρε μαζί του ούτε σοφούς, ούτε προκομμένους. Αλλά απλώς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες και με την χάρη του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τις γλώσσες του κόσμου. Όπου κι αν πήγαιναν έβρισκαν αντιπάλους και οι Βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν. Δεν μπόρεσε όμως κανείς τους να κάνει τίποτα. Αυτοί στερέωσαν την πίστη.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν στην διχόνοια και τρώγονταν μεταξύ τους. Και έτσι πρώτα οι Ρωμαίοι και μετά άλλοι βάρβαροι τους κυρίευσαν και τους υπόταξαν.

«Έκοβαν τον έναν, έκανε τον σταυρό του ο άλλος»

Ύστερα ήλθαν και οι Μουσουλμάνοι και έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε να αλλάξει ο λαός την πίστη του. Έκοψαν γλώσσες σε πολλούς ανθρώπους, αλλά δεν τα κατάφεραν και πάλι. Τον έναν έκοβαν, ο άλλος έκανε τον σταυρό του.

Σαν είδε τούτο ο Σουλτάνος, διόρισε έναν Αντιβασιλέα έναν Πατριάρχη και του έδωσε την εξουσία της Εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαναν ό,τι τους έλεγε ο Σουλτάνος.

Ύστερα έγιναν οι Κοτζαμπάσηδες σε όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι Προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, δεν άντεχαν τον ζυγό κι έφυγαν. Οι γραμματισμένοι πήραν τα βιβλία κι έφυγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα τους. Και έτσι έμεινε ο λαός, που ήταν στερημένος από τα μέσα της προκοπής και εκατάντησε σε άθλια κατάσταση. Κι αυτή κάθε μέρα γινόταν χειρότερη. Γιατί να βρισκόταν ανάμεσα στο λαό μας κάποιος με λίγη μάθηση, τον αναλάμβανε ο Κλήρος, ο οποίος έχαιρε προνομίων ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του. Ή γινόταν γραμματικός του Προεστού.

Και μερικοί που δεν υπέφεραν την τυραννία του Τούρκου και βλέποντας τις δόξες και τις ηδονές που απολάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και γίνονταν Μουσουλμάνοι. Και κάπως έτσι κάθε μέρα ο λαός φτώχαινε.

Σε αυτή την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους γραμματισμένους φυγάδες μετέφραζαν βιβλία και τα έστελναν στην Ελλάδα. Και σε αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη διότι απ’ εκεί που κανείς δεν μάθαινε γράμματα, ξαφνικά διάβαζε βιβλία και άρχισε να μαθαίνει για τους προγόνους… Τι έκαναν ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας.

Όταν μας ήρθε στο νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι, προόδευσε η Εταιρεία.

«Αν μέναμε ενωμένοι ίσως φτάναμε στην Κωνσταντινούπολη»

Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάσταση δεν σκεφτήκαμε ούτε πόσοι είμαστε, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις. Ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα. Αλλά ως μια βροχή έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας. Και όλοι και οι Κληρικοί και οι Προεστοί και οι Καπεταναίοι και οι Πεπαιδευμένοι και οι Έμποροι, μικροί και μεγάλοι συμφωνήσαμε σ αυτόν τον σκοπό. Και κάναμε την Επανάσταση.

Στον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια. Όλοι τρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας πήγαινε στον πόλεμο, ο αδερφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του ζύμωνε, το παιδί του κουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολο στο στρατόπεδο.

Κι αν αυτή η ομόνοια κρατούσε ακόμα δύο χρόνια θα είχαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως φτάναμε στην Κωνσταντινούπολη. Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους όπου άκουγαν Ελληνα και έφευγαν μίλια μακριά… Εκατό Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός και ένα καράβι, μια αρμάδα. Αλλά δεν βάσταξαν… Ήρθαν μερικοί και ήθελαν να γίνουν μπαρμπέρηδες στου κασίδη το κεφάλι. Πονούσε το μπαρμπέρισμά τους… Μα τι να κάναμε; Είχαμε και την ανάγκη εκείνων.

Από τότε άρχισε η διχόνοια και χάθηκε η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες στον Κώστα να δώσει χρήματα για τις ανάγκες του έθνους ή να μπει στον πόλεμο, εκείνος επρόβαλε τον  Γιάννη. Και με αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Κι αυτό γινόταν γιατί δεν είχαμε έναν αρχηγό, μια κεφαλή.

Αλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, σηκωνόταν άλλος και τον έριχνε. Και καθόταν αυτός άλλους τόσους μήνες. Κι έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ήθελαν το καλό αλλά ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Όταν προστάζουμε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται. Ούτε τελειώνει. Ο ένας έλεγε ότι η πόρτα έπρεπε να βλέπει στο ανατολικό μέρος, ο άλλος στο απέναντι, ο άλλος στον βορρά, σα να ήταν το σπίτι αραμπάς και να γυρίζει.